Σελίδες

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ !!!


Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τιςντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση τουημιτονίου.

Διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές, και σε ορισμένες περιπτώσεις μονές, χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα. Αρχικά το μπουζούκι έφερε τρία ζεύγη μεταλλικών χορδών κουρδισμένες σε τόνους ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ (υπάρχουν επίσης αναφορές για επτάχορδα ή και οκτάχορδα τριφωνικά μπουζούκια πάλι σε χόρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, με τη διαφορά ότι η μπάσα ΡΕ και άλλοτε και η ΛΑ αποτελούνταν από 3 χορδές), ενώ αργότερα απέκτησε τέταρτο ζεύγος και κούρδισμα ΝΤΟ-ΦΑ-ΛΑ-ΡΕ (πάλι ανά ζεύγος). Παλιότερα τα κουρδίσματα (ντουζένια) άλλαζαν ανάλογα με τον μουσικό δρόμο (μακάμ) της εκτελούμενης μελωδίας. Οι τρόποι αυτοί διατηρήθηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και χάθηκαν σταδιακά, οριστικά δε με την επικράτηση του τετράχορδου. Σύμφωνα με τον αείμνηστο Άκη Πάνου, μπουζούκι είναι μόνο το τρίχορδο ενώ το άλλο, το τετράχορδο, το ονόμαζε ο ίδιος τετράφωνο.
Ένα από τα βασικά συστατικά του ρεμπέτικου είναι το μπουζούκι. Αν και μπουζούκι παίζουν και άλλοι λαοί, όπως οι τσιγγάνοι της Συρίας και του Λίβανου, το όργανο των φυλακόβιων, των χασικλήδων, των απόκληρων των λιμανιών, των εργαζομένων και άνεργων εργατών καθώς και των επαγγελματιών μπουζουκσήδων που ξεπήδησαν απ’ αυτή τη τάξη, έφθασε να γίνει το ελληνικό εθνικό σύμβολο, έγινε αναγνωρίσιμο από τα άλλα έθνη όσο και η ελληνική σημαία, άμα βλέπουν μπουζούκι λένε greece. Αλλά κι εμείς, όταν θέλουμε να τους δείξουμε την ελληνική μουσική, στα μπουζούκια θα τους πάμε, το μπουζούκι θα δείξουμε.
Ας μας δείξει η σημερινή Ελλάδα της απέραντης μεσαίας τάξης -που είναι και «εθνικώς» υπερήφανη- ποιο σύγχρονο σύμβολό της θα πρότεινε για εθνικό σύμβολο; Το ιδιόκτητο διαμέρισμα, την τηλεόραση, το κινητό ή τον κουβά με τις τέσσερις ρόδες; Είναι γεγονός ότι όταν ακούμε μπουζούκι, ο ήχος του μας αναστατώνει, μας γεννά κάποια συναισθήματα, που συνήθως τα εκφράζουμε με τις λέξεις: έχει άμεσο ήχο που σε χτυπά κατευθείαν στο συναίσθημα, σε νταλκαδιάζει, φτιάχνεσαι, σε αναστατώνει κλπ. Όλα αυτά τα συναισθήματα όμως παράγονται από ένα βαθύτερο περιεχόμενο, δεν μπορεί οποιοδήποτε όργανο να εμφυσήσει τέτοια συναισθήματα. Όταν παίζουμε μπουζούκι ή ακούμε μπουζούκι, ιδίως άμα είναι συνδεδεμένο και με το ρεμπέτικο στίχο, χειριζόμαστε ένα χώρο πολύ πιο πλατύ, ένα πολύ μακρύτερο χρόνο από αυτούς που μπορούμε να φανταστούμε. Ποιοι είναι αυτοί όμως;

Η καταγωγή του μπουζουκιού

Η καταγωγή του μπουζουκιού αποτελεί σημείο αμφιλεγόμενο. Ορισμένοι από τους μελετητές θεωρούν ότι προέρχεται από την τουρκική μουσική παράδοση. Οι περισσότεροι δέχονται μόνο την τουρκική προέλευση της ονομασίας, ενώ θεωρούν το ίδιο το όργανο ένα είδος ταμπουρά, μακρινή επομένως μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας. Το μπουζούκι ανήκει στην οικογένεια του λαγούτου, όπου ανήκουν επίσης το ούτι, το ταρ, και ο ταμπουράς. Ο τύπος του λαούτου προέρχεται από το σημιτικό al-ud (το ξύλο στα αραβικά). Παρά τις σχετικές έρευνες δεν διαθέτουμε προς το παρόν καμιά πληροφορία σχετικά με το πότε ακριβώς προστέθηκε στο ωοειδές ηχείο ο βραχίονας, δημιουργώντας έτσι το νεότερο τύπο του οργάνου. Ορισμένοι οργανολόγοι τοποθετούν χρονικά τη φάση αυτή στη δεύτερη χιλιετία π.Χ., κανένα όμως στοιχείο δεν προσδιορίζει αν αυτό έγινε στην Ασία, την Αίγυπτο ή την Καππαδοκία. (1)

Την αρχαιότερη μαρτυρία για τα λαγουτοειδή την έχουμε από τους Χετταίους στην κεντρική Μικρασία. Από εκεί φαίνεται εξαπλώθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, όπου είναι μόνιμη η παρουσία του σε όλες τις χιλιετηρίδες και σε όλους τους πολιτισμούς της. Σπουδαία προσφορά στον παγκόσμιο πλούτο και πολιτισμό. Η υποκατηγορία τους, που είναι τα ταμπουροειδή, συνδέονται με το αρχαίο ελληνικό όνομα της κιθάρας - εξελληνισμένο (στα ασσυριακά κιταρ=10 χορδές). Το χορδόφωνο όργανο που υπονοείται -μια υποκατηγορία της αρχαίας κιθάρας, φαίνεται απ τις εικονογραφίες- ήταν η αρχαιοελληνική πανδούρα ή πανδουρίς, ένα όργανο που μοιάζει πολύ με το νεότερο ταμπουρά ή το μπουζούκι. (2) Το τρίχορδο, γνωστό και με το ασσυριακό του εξελληνισμένο όνομα πανδουρίς (pan tur=5 χορδες), αναφέρεται κυρίως από τους λεξικογράφους Πολυδεύκη (2ος αιώνας μ.Χ.), τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και το Νικόμαχο. Εικονίζεται σε πήλινα αγαλματίδια του 330-200 π.Χ. στα χέρια γυναικών και ερωτιδέων (3). Ο δε ταμπουράς είναι γενικός όρος για την ονομασία ποικίλων ελληνικών λαϊκών λαουτοειδών οργάνων. Στην οικογένεια του ταμπουρά ανήκουν το μπουζούκι το σάζι ο μπαγλαμάς το καραντουζένι, το μπουλγκαρί και πολλά άλλα. Ως Μποζούκ ή Μπουζούκ αναφέρεται για πρώτη φορά στους στίχους του Τούρκου ποιητή Κamil τον 15ο αιώνα (4). H πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι που έγινε ποτέ -εξ όσων γνωρίζουμε- έγινε το 1917 στη Γερμανία, από αιχμάλωτους του Α΄ παγκόσμιου πολέμου, απ’ τους οποίους οι Γερμανοί καταγράφανε τη λαϊκή μουσική τους. Ήταν το τραγούδι «Χήρα ν’ αλλάξεις όνομα», με τον Καλαμαρά (μπουζουξής απ’ τη Σύρο) και τον Παπαδιαμάντη (αδερφός του συγγραφέα). (5) Οι πρώτες ηχογραφήσεις από μετανάστες στις ΗΠΑ με μπουζούκι αρχίσανε το 1926 και η πρώτη επί ελληνικού εδάφους έγινε το 1931 με μπουζουξή το Μανέτα.

Πώς καθιερώνεται ως εθνικό όργανο

Κι εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το ρόλο του τυχαίου στην Ιστορία, τις μονάκριβες κοινωνικές στιγμές όπου όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να ξεπηδήσει το νέο, να συμβούν τα γεννητούρια. Ο Μάρκος άκουσε τον μπουζουξή Αϊβαλιώτη, τέλη του 1925 στα κρατητήρια και είπε μόνος του ότι «εγώ αν δεν μάθω μπουζούκι, θα κόψω τα χέρια μου με το μπαλτά»(6). Ήδη στην Αμερική ηχογραφούσαν με μπουζούκι. Το 1931 ο Χαλκιάς ηχογραφεί το «μινόρε του τεκέ», οργανικό χωρίς λόγια. Οι φωνογραφητζήδες έχουν γίνει επάγγελμα απ’ το 1928 (Κηρομύτης). Έτσι αυτό το μινόρε που έχει διαδοθεί απ’ τους φωνόγραφους και τα παιξίματα του Μ. Βαμβακάρη (Μπιθικώτσης) γίνεται η αιτία να ασχοληθεί με το μπουζούκι μια ολόκληρη γενιά που θα το καθιερώσουν σαν το πρωτότυπο εθνικό όργανο του ελληνισμού τον 20ό αιώνα. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ήταν μεσημέρι στη ταβέρνα του Γκινόπουλου στις Τζιτζιφιές και κολάτσιζε με τα ρούχα της δουλειάς (σοβαντζής). «Άκουσα ένα δίσκο που είχε βγάλει στην Αμερική ο Χαλκιάς... Μόλις το άκουσα τρελάθηκα... Τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση... Αμέσως άλλαξα γνώμη, παράτησα τη κιθάρα (που ψιλοέπαιζα) και είπα να πάρω μπουζούκι... έτσι πήρα το μπουζούκι κι έγινα ο Παπαϊωάννου» (7). Ο Χιώτης έπαιζε κιθάρα με το συγκρότημα «Άσπρα πουλιά» του Κ. Μπέζου. Στη συνέχεια καταπιάνεται με τον πρωτόγνωρο ήχο του μινόρε του Χαλκιά και καταπιάνεται με το μπουζούκι (8). Τέλος το 1932 αρχίζουν συστηματικά οι ηχογραφήσεις με μπουζουκομπαγλαμάδες, με το Μπάτη και το Μάρκο Βαμβακάρη. Έτσι η συνομωσία έληξε, με το νέο μουσικό όργανο και το νέο τύπου στίχο να γίνεται το τεράστιο κύμα που αγκάλιασε όλες τις πλευρές ενός έθνους, από κάτω προς τα πάνω κι έγινε ένα απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ταυτότητας. Μπουζούκι ίσον η πραγματική Ελλάδα κι όχι αυτή που έχει στο κεφάλι του κάθε ευφάνταστος χαραμοφάης.

Σε ποια βασικά χαρακτηριστικά κατέληξε

Το τρίχορδο μπουζούκι με πένα και διπλές χορδές - γιατί στην αρχή είχαν μονές και παιζόντουσαν με το νύχι (9) - όπως το ακούμε από τις παλιότερες ηχογραφήσεις, έχει το δικό του τρόπο παιξίματος που το χαρακτηρίζει, το δικό του στιλ. Το πιο πιθανό είναι πως κατάγεται από τροποποίηση του ταμπουρά κι όχι του μαντολίνου, διότι δεν έχει το χαρακτηριστικό κόψιμο στο καπάκι και ο καβαλάρης του δεν βρίσκεται εκεί που αρχίζουν οι χορδές, ώστε να μεγαλώνει η τάση τους και ν’ αποκτά πιο οξύ ήχο (10). Χρησιμοποιεί την μπάσα χορδή, την μπουργκάνα, για να συνοδεύει τη μελωδία που παίζει στις άλλες δύο διπλές χορδές. Έχει τεχνική όμοια με το σάζι, το λεγόμενο ντουζενιάρικο παίξιμο. Η μπουργκάνα κάνει ένα είδος ρυθμικού ισοκρατήματος, όπως γίνεται στην εκκλησιαστική μουσική, γι’ αυτό και όταν χρειαζόταν άλλος τόνος για την αυτοσυνοδεία της μελωδίας, χρησιμοποιούσαν άλλο κούρδισμα. Στα παλιά ρεμπέτικα το κούρδισμα του μπουζουκιού και του μπαγλαμά ήταν αλλαγμένο, για να ταιριάζει σ’ ορισμένους δρόμους και σκοπούς. Όταν πια τα ρεμπέτικα γράφονταν σε δίσκους, υπήρχαν 3 ή 4 παραλλαγές του βασικού κουρδίσματος του ρε-λα-ρε. Η γνωστότερη είναι το καραντουζένι ρε-σολ-λα ,το ανοιχτό ρε-ρε-ρε η ρε-σολ-σολ, όπως και το αραμπιέν ρε-σολ-σι, το Συριανό ρε-σολ-λα#, το πειραιώτικο και μερικά άλλα (11). (Αξιοσημείωτη μου φάνηκε η προσπάθεια του Πάπου μια βραδιά στο Εφήμερο στα Εξάρχεια που κατεβάζοντας λίγο το κούρδισμα της μεσαίας -λα- κατάφερε το μπουζούκι ν’ ακούγεται ασυγκέραστο, φροντίζοντας να περνάει πάντα απ’ τη μεσαία χορδή όποτε χρειαζόταν να πατήσει μι η σι με τονικότητα ρε).
Τα κουρδίσματα τα αλλάζανε βασικά για να χαμηλώσουν ή να υψώσουν τον βασικό τόνο, στον οποίο λέγανε ένα τραγούδι, διότι η έννοια του λεγόμενου “τρανσπόρτο” δεν υπάρχει στη θεωρία της ανατολίτικης μουσικής. Γλυκά, απαλά η πένα χαϊδεύει τα τέλια του μπουζουκιού, που καταπίνει τον ήχο σιγά στο καβούκι του, για να τον απλώσει ξερό κλάμα στο βρυκολακιασμένο του είναι, καταχθόνιο παράπονο στο ντουμανιασμένο του κεφάλι. Η μπουργκάνα πού και πού αφήνει ένα ήσυχο βουητό για να στρώσει το κλάμα, άμα πάει να γίνει υστερικό. Ο μπαγλαμάς βραχνός ακολουθάει το μοιρολόι μ’ αναφυλλητά που βγαίνουνε γαργαλιστά, σα να τον έχουνε πνίξει τα δάκρυα του (12). Αυτό το χαρακτηριστικό παίξιμο είναι η ταυτότητα του εθνικού μας συμβόλου. δηλαδή του μπουζουκιού. Αλλιώς ρεμπέτικες μελωδίες μπορεί να παίξει κανείς και με το πιάνο και με το τρομπόνι ή το τετράχορδο μπουζούκι, δεν θα είναι όμως ρεμπέτικο, μας παραπέμπει σε άλλου είδους πολιτισμό.took it a part        είναι αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό για το λαϊκό τραγούδι "η Κλίκα"             http://www.klika.gr/cms/index.php/ar8rografia/ar8ra/282-to-bouzouki-kai-i-istoria-tou.html